.

.

.

.

.

ΙΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ  ΑΓΙΟΥ  ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 

 Ι.  Π.  ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

 

Μέ τήν εὐκαιρία συμληρώσεως 130 χρόνων

 

ἀπό τήν θεμελίωση τοῦ σημερινοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

 

τοριστείδη Ξ. Καβάγια,

 

Ἐκπαιδευτικοῦ -Συγγραφέως

 

 

 

Στήν ἴδια ἀκριβῶς θέση, ὅπου εἶναι χτισμένος ὁ σημερινός ναός, ὑπῆρχε καί στά προεπαναστατικά χρόνια ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Στήν ἐποχή τῶν ἀγώνων τοῦ Μεσολογγίου, ὅταν τό κάστρο καί οἱ ντάπιες ἦταν ὑπό τή διάκριση τοῦ καταστρεπτικοῦ τουρκικοῦ πυρός καί μόνο ἡ θρησκεία καί ἡ ἐλευθερία φαίνονταν ὡς μόνες προστάτριες ἐκείνων τῶν ἐρειπίων, ἀπ’ ὅπου οἱ Ἥρωες ἀπέκρουσαν ἀγέρωχα τίς δελεαστικές προτάσεις τῶν βαρβάρων, ὁ ἱερός χῶρος τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἔπαιξε τόν εὐεργετικό του ρόλο.

 

- Ο   ΠΑΛΑΙΟΣ   ΝΑΟΣ  -

 

 «Τήν 19 τοῦ αὐτοῦ (Σεπτεμβρίου τοῦ 1825). Σήμερον συνεκροτήθη εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Γενική Σύνοδος ἀπό ὅλους τους Πολιτικούς καί Πολεμικούς Ἀρχηγούς. Τό ὑποκείμενον τῆς ὑπερτίμου Ταύτης Συνελεύσεως ἦτον τά μέτρα, τά ὁποία πρέπει νά ληφθώσι διά τήν εἰς τό μέλλον σταθεράν καί ἐπίμονον ὑπεράσπισιν τοῦ φρουρίου μας, ἄν ὁ ἐχθρός ἐπιμείνη νά βαστάξη καί τόν χειμῶνα τήν πολιορκίαν. Τό τέλος αὐτῆς τῆς Συνόδου ἀπέβη κατά πάντα αἰσιώτατον», γράφουν στό φύλλο 75-76 τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1825 τά «Ἑλληνικά Χρονικά» του Ἐλβετοῦ Φιλέλληνα Ἰωάννη Ἰακώβου Μάγερ. Καί στό μεγάλο προαύλιο τοῦ ναοῦ τό ἑπόμενο ἔτος ἐτάφη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωσήφ τῶν Ρωγῶν.

 

Οἱ ζημιές τοῦ ναοῦ ἀπό τό μεγάλο χαλασμό ἦταν λιγότερες ἀπό ἐκεῖνες τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. γιά τοῦτο οἱ προσπάθειες τῶν τοπικῶν ἀρχῶν καί τῶν Μεσολογγιτῶν στράφηκαν στήν ἐπισκευή του. Μιά σειρά ἱστορικῶν ἐγγράφων, πού ὑπάρχουν στά Γενικά Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, μᾶς πληροφοροῦν γιά τίς ἐνέργειες τῆς ἐπισκευῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Στό πρῶτο ἀπό τά ἔγγραφα αὐτά μέ ἀριθμό 278/4-10-1829 ὁ  Προσωρινός Διοικητής Μεσολογγίου Στ. Πυλαρινός ἀναφέρει πρός τόν πρῶτο Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας Ἰωάννη Καποδίστρια τήν ἀπόλυτη ἀνάγκη ἐκκλησίας στό μετεπαναστατικό Μεσολόγγι. Ὑπάρχουν, συνεχίζει ὁ Προσωρινός Διοικητής, εἰς τήν ὑπό τήν διεύθυνσή μου ἐπαρχία κτήματα μετοχῖων, καθώς καί μοναστηριῶν, τά ὁποία εἶναι παρατημένα. Ὑπάρχει μάλιστα εἰς Μεσολόγγιον τό μετόχι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τό ὁποῖον εἶναι ἀφιερωμένο διά τά σχολεῖα τοῦ Μεσολογγίου.

 

Εὐνοϊκή ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος μέ τό ἀπό 24 Ὀκτωβρίου 1829 ἔγγραφό του πρός τόν Προσωρινό Διοικητή τοῦ γνώριζε ὅτι: «Περί ὤν ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθης διά τῆς ὑπ’ ἀριθ. 278 ἀναφορᾶς σου, ἐπρονόησεν ἡ Κυβέρνησις, ἅμα ἔλαβε τήν αἴτησιν τῶν Μεσολογγιτῶν, ἐπιφορτήσασα τόν πληρεξούσιον Τοποτηρητήν της νά κοινοποιήση πρός αὐτήν τᾶς ἀναγκαίας πληροφορίας περί τῆς ἐπισκευῆς τῆς αὐτόθι ἐκκλησίας καί τῶν ἀπαιτουμένων δι’ αὐτήν χρηματικῶν μέσων. Ἀνήκει δέ εἰς σέ Κύριε, νά μᾶς γνωστοποιήσης ἐάν ὁ αὐτόθι ἀρχιτέκτων Καλάνδρος ἤ ἄλλος τίς δύναται νά ἀναλάβη τήν οἰκοδομήν ταύτην».

 

Μέ τήν ἐγκατάσταση στή Ναύπακτο τοῦ Αὐγουστίνου Καποδίστρια ὡς πληρεξουσίου Τοποτηρητοῦ τῆς Κυβερνήσεως καί μόνου ἁρμόδιου πιά γιά τά ζητήματα τῆς περιοχῆς, ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Προσωρινοῦ Διοικητοῦ τοῦ Μεσολογγίου γιά τήν ἐπισκευή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος διεξάγεται μέ αὐτόν. Σέ ἔγγραφό του[1], ἔγραφε ὁ Πυλαρινός στόν πληρεξούσιο Τοποτηρητή : «Ἔλαβον τήν ὑπ’ ἀριθ. 1430 διαταγήν τῆς Ἐξοχότητός σας, καί εἶδον μέ σέβας τά ἐνδιαλαμβανόμενα περί ἐπισκευῆς τῆς ἐκκλησίας εἰς τήν πόλιν τοῦ Μεσολογγίου, τῆς ὁποίας οἱ πολίται μου ἐξήγησαν τήν ἄκραν εὐγνωμοσύνην τῶν πρός τήν Ἐξοχότητά σας καί τήν Σεβαστήν Κυβέρνησιν. Λαμβάνω τήν τιμήν νά τῆς διευθύνω τόν ἐπισυναπτόμενο ὑποθετικό λογαριασμό[2], τόν ὁποῖον ἐδιεύθυνα καί εἰς τήν Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τόν Κυβερνήτην μέ τήν ὑπ’ ἀριθ. 366 ἀναφοράν μου».

Ἡ προεργασία γιά τό ζήτημα τῆς ἐπισκευῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, πού τόσο ἐνδιέφερε τούς Μεσολογγίτες, σημείωνε πρόοδο. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ἔγγραφο[3] τοῦ Προσωρινοῦ Διοικητοῦ Στ. Πυλαρινού πρός τόν πληρεξούσιο Τοποτηρητή, στόν ὁποῖο γνώριζε τά νεώτερα τοῦτα: «Ἔλαβον τήν ὑπ’ ἀριθ. 1735 διαταγήν τῆς Ἐξοχότητός σας, καθώς καί τήν ξυλικήν[4], ἥτις συνίσταται κατά τήν εἰς αὐτήν ἐσώκλειστον φατούραν[5] καί ἡ ὁποία μέλλει νά χρησιμεύση διά τήν ἐπισκευήν τῆς



[1]Ὑπ’ ἀριθ. 375 τῆς 9 Νοεμβρίου 1829 (Γ.Α.Κ. πληρεξ. Τοποτηρητής, Φάκ. 12)

 

[2]Ἀπό τόν ἴδιο 12ο Φάκελο ὁ ἐπισυναπτόμενος ὑποθετικός λογαριασμός τῶν ἐξόδων γιά τήν ἀνέγερση τῆς ἐκκλησίας στό Μεσολόγγι, ἔχει ὡς ἑξῆς:  « Δία 30 πάτερα πρός τάλαρα δίστηλα 21/2 τό καθέν Δίστ.75, διά 80 μισοπάτερα 70, διά 200 καδρόνια 40, διά 800 τάβλαις 250, διά 400 τάβλαις 40, διά 150 ὄκ. καρφιά διάφορα 45, διά 10.000 κεραμίδια 50, διά 70 ὄκ. λινάρι 10, διά 2 ὄκ. βαμβάκι 1, διά 80 ὄκ. σίδηρον 10, διά 5 εἰκόνας δεσποτικᾶς 60, διά 1 σταυρόν μεγάλον 10, διά 4 μανουάλια ξύλινα 20, διά 100 γλάστραις γυαλιά 20, διά 1.500 πλάκαις Μαλτέζικαις 70, διά ἔξοδα μαστόρων 500. Ὁλότης Δίστηλα 1.316».

 

[3]Ἔγγραφο ὑπ’ ἀριθ. 435 τῆς 25 Νοεμβρίου 1829 (Γ.Α.Κ. πληρεξ. Τοποτηρητή, Φάκ. 13),

 

[4]Ξυλική = ἡ ξυλεία

[5]  Φατούρα = τιμολόγιο ἀποστολῆς ἐμπορευμάτων,.

 

ἐκκλησίας. ἔλαβον καί παρά τοῦ κυρίου Σπύρου Λιάσκα τά διακόσια, ἄρ. 200, δίστηλα καί ἐσύστησα, δυνάμει τῆς εἰρημένης διαταγῆς, τήν ἐπιτροπήν συγκεκριμένην παρά τῶν Δημογερόντων, τήν ὁποία ὁ ἴδιος προεδρεύω. Θέλω ἐνεργήσει μετ’ αὐτῶν τά τῆς ἀνεγέρσεως τῆς ἐκκλησίας καί ἤρχισεν ἤδη ἡ ἑτοιμασία τῆς οἰκοδομῆς.  ἐπιστάτην δέ χωριστόν  ἐπάνω εἰς αὐτήν ἐδιόρισα ἐκ μέρους τῆς Ἐξοχότητός σας τόν κύριον Εὐστάθιον Παλαμᾶν εἰς τόν ὁποῖον θέλω δίδει κατά μήνα γρόσια τριακόσια, ἄρ. 300».

Δυό ἑβδομάδες ἀργότερα ἔχουμε τό τελευταῖο, σχετικό μέ τήν ἐπισκευή, ἔγγραφό του ἐπιστάτου Παλαμᾶ. Εὐχαριστώντας γιά τό διορισμό του καί γνωρίζοντας τήν πρόοδο καί τό ἐντός ὀλίγων ἡμερῶν πέρας τῶν ἐργασιῶν ἔγραφε στίς 11 Δεκεμβρίου 1829[1] στόν πληρεξούσιο Τοποτηρητή:

«Ἐξοχώτατε! Ἅμα ἠξιώθην τό κατά τήν 15ην τοῦ ἀπελθόντος σταλέν πρός ἐμέ σεβαστόν μου γράμμα τῆς ὑμετέρας Ἐξοχότητος, δέν ἔλειψα ἀμέσως νά κάμω ἀπάντησιν, προσφέρων δι’ αὐτῆς τᾶς ἀπαιτουμένας ταπεινᾶς μου εὐχαριστίας διά τήν ὁποίαν μ’ ἐδιώρισεν ἐπιστασίαν. τήν ἀποστολήν τῆς ἀπαντήσεως ἐδιεύθυνον διά μέσου τοῦ ἐνταύθα προσωρινοῦ Διοικητοῦ μας. Πρό ὀλίγων ἡμερῶν κατεχειρίσθη καί ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἐπισκευῆς τῆς ἐκκλησίας, ἡ σκεπή τῆς ὁποίας μέ σανίδια τελειώνει σύν Θεῶ ἐντός τριῶν ἤ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἄν προφθάσουν ὅμως χρήματα, τῶν ὁποίων εἶναι ἔλλειψις κατά τό παρόν, τελειώνει καί ἡ σκεπή αὐτῆς μέ τά κεραμίδια καί ὅσα ἄλλα ἀκόμη τείνονται εἰς τήν ἐπιδιόρθωσιν καί στολισμόν αὐτῆς. Ἡ πόλις παρακαλεῖ δι’ ἐμοῦ τήν ὑμετέραν Ἐξοχότητα, ἄν εἶναι ὁρισμός αὐτῆς, νά σχηματισθῆ καί ἐν κωδώνιον πέτρινον καί μία λόντζα κατά τό δεξιόν πλευρόν τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θέλει χρησιμεύσει πολλά τούς πολίτας, μή οὔσης τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐκκλησίας ἀναλόγου μέ τούς ἐνταύθα κατοίκους».

 

Η  ΕΝΑΡΞΗ  ΤΩΝ  ΕΡΓΑΣΙΩΝ  ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ

Ἡ ἀνέγερση ἐκ βάθρων τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ὑπῆρξε ὁ διακαής πόθος ὅλων τῶν Μεσολογγιτῶν καί ἰδιαίτερα τῶν κατοίκων τῆς ἐνορίας, πού συνεχῶς μεγάλωνε. Σχετικά μέ τήν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν ἀνέγερσης τοῦ Ναοῦ ὑπάρχει ἀναφορά[2] πού γράφει τά ἑξῆς: «Σήμερον καί περί ὤραν 5ην ½  μ.μ. τεθήσεται ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ ἀνακαινισθησομένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. ὁ δέ Σεβασμιώτατος ἠμῶν Ἀρχιεπίσκοπος μεθ’ ἅπαντός του κλήρου θέλει τελέσει τήν ἱερουργίαν. ὅθεν προσκαλοῦνται ἄπασαι αἵ ἐνταύθα ἀρχαί ὅπως παρευρεθώσι καί συντελέσωσιν εἰς τό ἐπίσημόν της ἑορτῆς». Ἕνα


[1](Γ.Α.Κ. ὅπου παραπάνω, Φάκ. 14)

 

[2] Στό ὑπ’ ἀριθμ. 872/27-7-1880 φύλλο τῆς τοπικῆς ἐφημερίδας «Δυτική Ἑλλάς».

 

 

 

μῆνα περίπου ἀπό τή θεμελίωση τοῦ Ναοῦ, δηλαδή στίς 24 Αὐγούστου 1880, ἔβλεπε τό φῶς τῆς δημοσιότητας σέ τοπικό ἔντυπο[1] ἡ ἀκόλουθη ἔκκληση-εἰδοποίηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελούμενο ἀπό τους: Εὐστάθιο Μπλέτσα, Ἀνδρέα Βλαχαϊτόπουλο καί Θωμά Πατάγο. «Ἐγειρομένου τοῦ ναοῦ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων τή συνδρομή καί φιλοτίμω δαπάνη τῶν ἐνοριτῶν καί κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης καί παντός του χριστιανικοῦ πληρώματος, προσήνεγγον μέχρι τοῦδε γενναίαν συνδρομήν, ὁ μέν Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Αἰτωλοακαρνανίας δρχ. 400, ὁ δέ Ὄθων Παπαδόπουλος δρχ. 400, ὧν τά ὀνόματα ἐνεγράφησαν εἰς τό ἐπί τούτω κρατούμενον βιβλίον τῶν κτητόρων καί ἀνακαινιστῶν τοῦ ναοῦ τούτου. Εἰδοποιοῦμεν τό κοινόν της πόλεως ταύτης ὅτι ἀπό τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς θέλομεν περιέλθη τήν πόλιν, ζητοῦντες τήν γενναίαν συνδρομήν τῶν κατοίκων, ἧς πιστεύομεν ὅτι θέλομεν τύχει, ἀποβλεπόντων εἰς τό θεάρεστον ἔργον, τό ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν».

 

Καί ἐπειδή οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμησης προχωροῦν ταχύτητα, ἡ ἴδια ἐφημερίδα[2] αἰσθάνεται τήν ὑποχρέωση νά χαιρετήσει τό γεγονός καί νά ἐκφράσει τόν δημόσιο ἔπαινό της πρός τούς Ἐπιτρόπους καί τούς κατοίκους: «Αἵ ἐργασίαι ἐπί τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος βαίνουσι κατ’ εὐχήν, περαιωθέντος ἤδη ὁλοκλήρου της θεμελιώσεως αὐτοῦ. Ὁ μέγιστος ζῆλος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί ἡ προθυμία τῶν κατοίκων εἰς τό προσφέρειν ὑπέρ τοῦ ἱεροῦ τούτου σκοποῦ ἐγγυῶνται ἐκ τῶν προτέρων ὅτι αἵ ἐργασίαι δέν θέλωσι διακοπῆ ποσῶς καί ἡμέραν τινά θά ἴδωμεν τετελεσμένον ναόν περικαλλῆ».

 

Οἱ ἐκκλήσεις γιά συνδρομές ὑπέρ τοῦ ἔργου τούτου στάλθηκαν καί στό ἐξωτερικό. Μιά γενναιόδωρη ἀπάντηση ὁμογενοῦς του Παρισιοῦ, ἀπό 12 Δεκεμβρίου 1880, πρός τό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀνδρέα Βλαχαϊτόπουλο, Εὐστάθιο Μπλέτσα, Θωμά Πατάγο καί Ἀνδρέα Νιανιάρα ἦταν ἡ ἀκόλουθη: «Ἀξιότιμοι Κύριοι. Βραδύτερόν του δέοντος ἀπαντῶ εἰς τήν ἡμετέραν ἐπιστολήν, δι’ ἧς γνωστήν μοί ποιοῦντες τήν καταβαλλομένην παρ’ ὑμῶν πρόνοιαν πρός περισυναγωγήν συνδρομῶν ὑπέρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐπικαλεῖσθε εὐγενῶς καί τήν ἀρωγήν. ἡ βραδύτης αὕτη ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας μου. ἐντεῦθεν οὔχ ἧττον σπεύδω νά ἀποστείλω ὑμίν διά τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης φράγκα χίλια ἄρ. 1.000, ἅπερ παρακαλῶ νά λάβητε ἐπί ἀποδείξη παρ’ αὐτῆς καί δεχθῆτε ὡς μικρᾶν μου συνδρομήν ὑπέρ ἔργου θεαρέστου καί τιμαλφούς. Δέξασθε, ἀξιότιμοι κύριοι, τήν ἔκφρασιν τῆς ἐξαιρέτου πρός ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὅλως πρόθυμος: Χ. Ζωγράφος[3].

Πλησίαζε τό Πάσχα τοῦ 1881. Οἱ Ἐπίτροποι τοῦ Ναοῦ ἀπηύθυναν νέα ἔκκληση «πρός ἅπαντάς τους κατοικοῦντας καί διαμένοντας ἐν



[1]Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 24 Αὐγούστου 1880.

[2]Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 7 Σεπτεμβρίου 1880.

[3]Ἐφημ. «Δυτική Ἑλλάς», Μεσολόγγιον 19 Δεκεμβρίου 1880.

 

μῆνα περίπου ἀπό τή θεμελίωση τοῦ Ναοῦ, δηλαδή στίς 24 Αὐγούστου 1880, ἔβλεπε τό φῶς τῆς δημοσιότητας σέ τοπικό ἔντυπο[1] ἡ ἀκόλουθη ἔκκληση-εἰδοποίηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελούμενο ἀπό τους: Εὐστάθιο Μπλέτσα, Ἀνδρέα Βλαχαϊτόπουλο καί Θωμά Πατάγο. «Ἐγειρομένου τοῦ ναοῦ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων τή συνδρομή καί φιλοτίμω δαπάνη τῶν ἐνοριτῶν καί κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης καί παντός του χριστιανικοῦ πληρώματος, προσήνεγγον μέχρι τοῦδε γενναίαν συνδρομήν, ὁ μέν Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Αἰτωλοακαρνανίας δρχ. 400, ὁ δέ Ὄθων Παπαδόπουλος δρχ. 400, ὧν τά ὀνόματα ἐνεγράφησαν εἰς τό ἐπί τούτω κρατούμενον βιβλίον τῶν κτητόρων καί ἀνακαινιστῶν τοῦ ναοῦ τούτου. Εἰδοποιοῦμεν τό κοινόν της πόλεως ταύτης ὅτι ἀπό τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς θέλομεν περιέλθη τήν πόλιν, ζητοῦντες τήν γενναίαν συνδρομήν τῶν κατοίκων, ἧς πιστεύομεν ὅτι θέλομεν τύχει, ἀποβλεπόντων εἰς τό θεάρεστον ἔργον, τό ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν».

 

Καί ἐπειδή οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμησης προχωροῦν ταχύτητα, ἡ ἴδια ἐφημερίδα[2] αἰσθάνεται τήν ὑποχρέωση νά χαιρετήσει τό γεγονός καί νά ἐκφράσει τόν δημόσιο ἔπαινό της πρός τούς Ἐπιτρόπους καί τούς κατοίκους: «Αἵ ἐργασίαι ἐπί τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος βαίνουσι κατ’ εὐχήν, περαιωθέντος ἤδη ὁλοκλήρου της θεμελιώσεως αὐτοῦ. Ὁ μέγιστος ζῆλος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί ἡ προθυμία τῶν κατοίκων εἰς τό προσφέρειν ὑπέρ τοῦ ἱεροῦ τούτου σκοποῦ ἐγγυῶνται ἐκ τῶν προτέρων ὅτι αἵ ἐργασίαι δέν θέλωσι διακοπῆ ποσῶς καί ἡμέραν τινά θά ἴδωμεν τετελεσμένον ναόν περικαλλῆ».

 

Οἱ ἐκκλήσεις γιά συνδρομές ὑπέρ τοῦ ἔργου τούτου στάλθηκαν καί στό ἐξωτερικό. Μιά γενναιόδωρη ἀπάντηση ὁμογενοῦς του Παρισιοῦ, ἀπό 12 Δεκεμβρίου 1880, πρός τό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀνδρέα Βλαχαϊτόπουλο, Εὐστάθιο Μπλέτσα, Θωμά Πατάγο καί Ἀνδρέα Νιανιάρα ἦταν ἡ ἀκόλουθη: «Ἀξιότιμοι Κύριοι. Βραδύτερόν του δέοντος ἀπαντῶ εἰς τήν ἡμετέραν ἐπιστολήν, δι’ ἧς γνωστήν μοί ποιοῦντες τήν καταβαλλομένην παρ’ ὑμῶν πρόνοιαν πρός περισυναγωγήν συνδρομῶν ὑπέρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐπικαλεῖσθε εὐγενῶς καί τήν ἀρωγήν. ἡ βραδύτης αὕτη ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας μου. ἐντεῦθεν οὔχ ἧττον σπεύδω νά ἀποστείλω ὑμίν διά τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης φράγκα χίλια ἄρ. 1.000, ἅπερ παρακαλῶ νά λάβητε ἐπί ἀποδείξη παρ’ αὐτῆς καί δεχθῆτε ὡς μικρᾶν μου συνδρομήν ὑπέρ ἔργου θεαρέστου καί τιμαλφούς. Δέξασθε, ἀξιότιμοι κύριοι, τήν ἔκφρασιν τῆς ἐξαιρέτου πρός ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὅλως πρόθυμος: Χ. Ζωγράφος[3].

Πλησίαζε τό Πάσχα τοῦ 1881. Οἱ Ἐπίτροποι τοῦ Ναοῦ ἀπηύθυναν νέα ἔκκληση «πρός ἅπαντάς τους κατοικοῦντας καί διαμένοντας ἐν



[1]Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 24 Αὐγούστου 1880.

[2]Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 7 Σεπτεμβρίου 1880.

[3]Ἐφημ. «Δυτική Ἑλλάς», Μεσολόγγιον 19 Δεκεμβρίου 1880.

Μεσολογγίῳ» στήν ὁποία ἔγραφαν τά ἀκόλουθα: «Τοῦ ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος παραλαβόντες τήν διοίκησι, κατ’ ἀνωτέραν ἐπιταγήν, ἱδρύματος τῆς εὐσεβείας τῶν πρώτων οἰκιστῶν τοῦ Μεσολογγίου, ἠρειπιωμένου καί ἀνεπαρκοῦς προσκυνήματος, προέβημεν εἰς τήν ἀνοικοδόμησίν του ἐκ τῶν διά φειδοῦς καί διά οἰκονομίας ἀποταμιευμάτων καί περισσευμάτων τῆς καθημερινῆς τῶν ἐνοριτῶν πρός συντήρησιν εἰσφορᾶς. Καί πεποιθότες εἰς τήν τῶν λοιπῶν ἠμῶν συμπολιτῶν καί χριστιανῶν καθ’ ἡμέραν ἐπίκλησιν συνδρομήν, ἀποτεινόμενος πρός ὑμᾶς ἐξαιτούμενοι τήν συνδρομήν σας διά τῶν ἀρνοδερμάτων καί κηροῦ τοῦ προσεγγίζοντος Πάσχα, ὡς καί διά τῆς ἀγορᾶς κηροῦ καθαροῦ μελισσῖου, τόν ὁποῖον πρός συνδρομήν τοῦ αὐτοῦ ναοῦ θέλομεν πωλήσει ἔξωθι τοῦ καταστήματος Γ. Λυμπεράκη καί Θ. Πατάγου. Ἡ δέ γενησομένη συνδρομή θέλει ἀφήσει τό ὄνομα ἠμῶν ὡς θεμελιωτῶν καί κτητόρων τοῦ ἁγίου τούτου ναοῦ ἀείδιον»[1].

 

- Η  ΣΥΝΕΧΙΣΗ  ΤΩΝ  ΕΡΓΑΣΙΩΝ  ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ  -

Ἡ κανονική καί ἀπρόσκοπτη πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀνέγερσης τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἦταν μία πανηγυρική μαρτυρία γιά τήν ὀρθή καί χρηστή διαχείριση καί διάθεση τῶν χρημάτων, πού προσέφεραν οἱ πολῖτες. Ὅμως ἡ Ἐπιτροπεία τοῦ Ναοῦ ἔκρινε χρέος της νά δημοσιεύσει τόν πρῶτο οἰκονομικό ἀπολογισμό τῆς θητείας της (1877-1881)[2]:  «Δημοσιεύοντες κατωτέρω τόν ἰσολογισμόν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος δέν δυνάμεθα ἤ νά ἀπονείμομεν τόν προσήκοντα ἔπαινον εἰς τά μέλη τοῦ εἰρημένου Συμβουλίου, ἅτινα πρό μικροῦ χρόνου παραλαβόντα τήν διαχείρησιν τοῦ ναοῦ, χωρίς νά παραλάβωσι παρά τῶν προκατόχων τῶν οὐδέ λεπτόν, κατώρθωσαν οὐ μόνον νά ἐπαρκέσωσιν εἰς τᾶς τακτικᾶς ἀνάγκας τοῦ ναοῦ, ἀλλά καί σπουδαῖον κεφάλαιον ν’ ἀπαρτίσωσι ἀποθεματικόν. Τούτου δέ ἕνεκα συνέλαβον καί τήν λαμπρᾶν καί θεάρεστον ἰδέαν νά ἀνοικοδομήσωσι τόν ναόν ἐπί εὐρυτέρων βάσεων, καί ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε προσόδων τοῦ ναοῦ πείθεται τίς ὅτι θέλουσι φέρει εἰς πέρας τό ἔργον τῶν. Εὐχαρίστως δέ θέλομεν δημοσιεύσει καί τούς ἰσολογισμούς τῶν ἄλλων ναῶν, ἄν ἀποστείλωσι τούτους πρός ἠμᾶς, διά νά ἀποδοθῆ ἐκάστω ἡ


[1]Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 5 Ἀπριλίου 1881.

 

[2]Κατά τόν τρόπο αὐτό, πάνω στό χρόνο ἀκριβῶς τῶν ἐργασιῶν, ἔρχεται στό φῶς διά τοῦ τοπικοῦ τύπου ἕνα ξεκάθαρο κείμενο, πού ἡ παρουσιάσασα αὐτό ἐφημερίδα προλόγισε μέ τά καλύτερα λόγια. ( Ἐφημ. «Αἰτωλία», Μεσολόγγιον 26 Ἰουλίου 1881).  Ὁ ἀπολογισμός ἐξόδων καί ἐσόδων ἐν Μεσολογγίῳ τή 18 Ἰουλίου 1881 ἔγραφε ἐν περιλήψει: «Ἐξοδεύθησαν εἰς τόν νέον Ναόν καί εἰς ὑπάρχοντα ὑλικά ἐν ὄλῳ δραχμᾶς 15.310, τά ὀφειλόμενα δραχμᾶς 968, εἰς κηρόν ὡς ἄνω 1.430, χρηματικόν ὑπόλοιπον ἐν ταμείῳ δραχμᾶς 68,04. Σύνολον 17.776,04».

 

δικαία κρίσις καί ἐκτίμησις ἐπί τοίς ἔργοις τῶν». Καί ἀκολουθεῖ ὁ οἰκονομικός ἀπολογισμός τοῦ ναοῦ.

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1883 εἶχαν ἔλθει στό Μεσολόγγι οἱ μαρμάρινες κολῶνες τοῦ Ναοῦ. Τό γεγονός χαιρετίστηκε ἀπό τοπική ἐφημερίδα μέ τοῦτο τό σχόλιό της: «Ἀπό τῆς παρελθούσης ἑβδομάδας ἔφθασαν αἵ ἀναμενόμεναι μαρμάριναι στήλαι τοῦ ἀνακαινιζομένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τή ἀληθεῖα οἱ Ἐπίτροποι τοῦ εἰρημένου ναοῦ εἶναι ἀνώτεροι παντός ἐπαίνου  διά τᾶς ἀόκνους προσπαθείας, ἅς καταβάλλωσι, κατορθοῦντες διά παντός μέσου νά ὑπερνικώσι τᾶς ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως πόρων παρεμβαλλομένας ἑκάστοτε δυσχερείας εἰς τήν πρόοδον τοῦ ναοῦ τούτου»[1].

Στή γενική κινητοποίηση καί τή γενναία συνεισφορά τῶν κατοίκων γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ δέν ἀπουσίασαν τά μικρά Μεσολογγιτόπουλα, πού φοιτοῦσαν στό Δημοτικό Σχολεῖο. Ἡ συμβολή τούς συνδυάστηκε μέ μία ψυχαγωγική ἐκδήλωση. Ὀργάνωσαν τό Φεβρουάριο τοῦ 1884 θεατρική παράσταση ὑπέρ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, καθώς διαβάζουμε σέ τοπική ἐφημερίδα, πού λέγει ἀκριβῶς τά ἑξῆς: «Τήν παρελθοῦσαν Τετάρτην καί παρελθοῦσαν Δευτέραν ἐν μέσῳ λαοῦ καί ἐκλεκτοῦ κόσμου παρεστάθησαν ἐντός τοῦ ἐνταύθα Δημοτικοῦ Σχολείου παρά τῶν μαθητῶν τῆς μεγαλυτέρας τάξεως τοῦ ἐνταύθα προτύπου Σχολείου τά ἑλληνικώτατα δράματα ἡ «Χριστίνα» καί ὁ «Μᾶρκος Βότσαρης», τῶν εἰσπράξεων διατεθεισῶν ὑπέρ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος»[2].

 

- ΟΙ  ΕΡΓΑΣΙΕΣ  ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ -

Ἡ ἐργασία τεσσάρων ἐτῶν εἶχε γίνει ἀποκλειστικά ἀπό συνδρομές τῶν κατοίκων, ἡ οἰκονομική ἀντοχή τῶν ὁποίων ἄρχιζε νά ὑποχωρεῖ, χωρίς τό ἔργο νά τελειώσει. Γιά τοῦτο τοπική ἐφημερίδα[3] ρίχνει τήν ἰδέα νά παρακαλέσουν τήν Κυβέρνηση, στήν ὁποία Πρωθυπουργός ἦταν ὁ Μεσολογγίτης Χαρίλαος Τρικούπης, νά φανεῖ ἀρωγός του ἔργου  : «Πρό πολλοῦ ἤρξατο ἡ ἀνακαίνισις τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἀλλ’ ἡ ἀποπεράτωσίς του θέλει βραδύνει ἐπί πολύ, διότι ἀπαιτοῦνται δαπάναι πολλαί καί μεγάλαι, αἵ δέ ἐνιαύσιοι πρόσοδοι τοῦ εἰρημένου ναοῦ εἶναι ὀλίγαι, οὐδέ αἵ γενόμεναι προσφοραί παρά τῶν συμπολιτῶν μας δύνανται νά ἀναπληρώσωσι αὐτᾶς. Δία τοῦτο παρά πολλῶν συμπολιτῶν μας παρεκλήθημεν νά θερμοπαρακαλέσωμεν τόν σεβαστόν ἠμῶν συμπολίτην καί πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἔλθη ἡ Κυβέρνησις ἀρωγός εἰς τό ἱερόν τοῦτο ἔργον. Παύομεν, διότι αἵ ὀλίγισται αὑταί λέξεις ἀρκούσιν ὅπως ὁ κ. Τρικούπης πράξη πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, καθόσον τά εὐγενῆ αὐτοῦ αἰσθήματα εἶναι τοίς πάσι γνωστά».

Τά μεγάλα ἔργα συνήθως κάνουν πολλά χρόνια γιά νά τελειώσουν. Ἔτσι, ἐνῷ ἡ θεμελίωση τοῦ νέου μεγάλου ναοῦ ἔγινε τό 1880, πέρασαν ὀκτῶ χρόνια καί ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐξακολουθεῖ νά οἰκοδομεῖται. Αὐτό τό συμπέρασμα βγαίνει σύμφωνα μέ ἀναφορά[4], ὅπου ὁ ἀποβιώσας συμπολίτης Δημήτριος Σταμπάδος κληροδότησε διά τῆς διαθήκης τοῦ 3.000 δραχμές «διά τήν ἐξακολούθησιν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ εἰρημένου ναοῦ».

Τόν ἑπόμενο χρόνο, στά 1898, διαβάζουμε τά ἀκόλουθα[5]: «Ὁ Γεώργιος Δ. Μακρής, Δήμαρχος Μεσολογγίου ὡς Πρόεδρος, ὑπό τήν ἰδιοτητά τοῦ αὐτή, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, Χαράλαμπος Νιανιάρας, κτηματίας, Κωνσταντῖνος Παπαδημητρίου, δικηγόρος καί Ἰωάννης Κατσώνης, ναυτικός, μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τοῦ ναοῦ καί ὁ Κοσμᾶς Νικολάου, τέκτων καί ἐργολάβος, ὅλοι κάτοικοι Μεσολογγίου, ἐδήλωσαν ὅτι, δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας καί διά πράξεων τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Μεσολογγίου καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τοῦ ναοῦ, ἀνεδέχθη ὁ Κ. Νικολάου τήν ἐργολαβία τῆς συμπλήρωσης τῶν τοίχων, τήν κατασκευή τοῦ τρούλου καί τήν στέγαση τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἀντί τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν 33.000 δραχμῶν, σύμφωνα μέ τόν ἀπό 14 Ἰουλίου 1896 προϋπολογισμό καί συγγραφή ὑποχρεώσεων τοῦ μηχανικοῦ Γ. Περπερή, ἀφοῦ κατέθεσε λόγω ἐγγυήσεως στό Ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος 2.000 δραχμές, ἀποδεχόμενος τίς σχετικές διατάξεις.  Μάρτυρες: Δημήτριος Ἀνδρικόπουλος, ἔμπορος, κάτοικος Μεσολογγίου.  Ἀνδρέας Παπούλας, πλοίαρχος, κάτοικος Μεσολογγίου».

 Καί ἡ ἐργολαβία ὅμως αὐτή διακόπηκε λόγω ἔλλειψης χρημάτων.

Ἔτσι στά 1900, ἐπί δημαρχίας Σωκράτη Στάϊκου, συμφωνεῖται[6], ἡ συνέχιση τῶν ἐργασιῶν γιά τήν περάτωση τῆς προαναφερθείσης ἡμιτελοῦς ἐργολαβίας: «Οἱ Σωκράτης Στάϊκος, Δήμαρχος Μεσολογγίου, Ἰωάννης Κατσώνης, ναυτικός, Κωνσταντῖνος Παπαδημητρίου καί Πέτρος Κακοδημόπουλος (ἤ Κοντοδημόπουλος), δικηγόροι ἀμφότεροι, ἀποτελοῦντες ὅλοι τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο τοῦ ἐνταύθα ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὁ πρῶτος ὡς πρόεδρος αὐτοῦ, οἱ δέ λοιποί ὡς μέλη καί ἀφ’ ἑτέρου οἱ Κοσμᾶς Νικολάου, ἐργολάβος δημοσῖων ἔργων καί Παντολέων Ε. Τσέκας (ἤ Τσέκος), ξυλέμπορος, κάτοικοι ὅλοι Μεσολογγίου ἐκτός τοῦ τελευταίου κατοίκου Αἰτωλικοῦ, ἐδήλωσαν ὅτι διά τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3024/5-2-1898 συμβολαίου τοῦ ἰδίου συμβολαιογράφου, ὁ Κοσμᾶς Νικολάου εἶχε ἀναλάβει τήν ἐργολαβία τῆς συμπληρώσεως τῶν τοίχων, τῆς κατασκευῆς τρούλου καί τῆς στεγάσεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ κατασκευαζομένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος μέ τίς ἐν τῷ σχετικῷ


[1]Ἐφημ. «Δυτική Ἑλλάς», Μεσολόγγιον 1 Αὐγούστου 1883.

[2]Ἐφημ. «Βύρων», Μεσολόγγιον 19 Φεβρουαρίου 1884.

[3] Ἐφημερίδα «Βύρων», 19 Φεβρουαρίου 1884.

[4]Ἐφημερίδα «Ἀκαρνανία», ἀριθ. Φύλλου 32, Μεσολόγγιον 26  Ὀκτωβρίου 1888.

[5]Στήν μέ ἀριθ. 3024 / 5 Φεβρουαρίου 1898  Συμβολαιογραφική Πράξη.

[6]Μέ τήν ἀριθ. 5843 / 15 Μαΐου 1900  Συμβολαιογραφική Πράξη.


προϋπολογισμῶ τιμές καί ὄρους συγγραφῆς ὑποχρεώσεων καί μέ τήν ὑποχρέωση νά καλύψει διά στέγης κωνικῆς τό κυκλοτερές μέρος τοῦ τρούλου μέ τίς τιμές τοῦ τιμολογίου, στήν περίπτωση κατά τήν ὁποία τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο τοῦ ναοῦ ἀποφασίσει νά παραλείψει τήν κατασκευή τοῦ τρούλου «ὅτι πρό τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τούτων καί πρό τῆς κατασκευῆς τοῦ τρούλου, τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο τοῦ ἄνω ναοῦ καθ’ ὁ εἶχε δικαίωμα διέκοψε τήν ἐργασίαν δι’ ἔλλειψιν χρημάτων. Σήμερον ἐκ συμφώνου ἀμφότερα τά συμβαλλόμενα μέρη ἐπαναλαμβάνουσι τήν ὡς ἄνω διακοπεῖσαν ἐργασίαν τοῦ ναοῦ», ὁ δέ Κοσμᾶς Νικολάου ἀναλαμβάνει τήν ὑποχρέωση νά ἐξακολουθήσει τήν κατασκευή κωνικῆς στέγης στό κυκλοτερές μέρος τοῦ τρούλου μέ τίς τιμές τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτός τῶν σιδηρικῶν, πού θά κανονισθοῦν ἀπό τόν μηχανικό σύμφωνα μέ τίς τρέχουσες τιμές.  Μάρτυρες: Χρίστος Παπαθανασίου, οἰνοπώλης, κάτοικος Μεσολογγίου. Συμεών Πεταλούδης, ἔμπορος, κάτοικος Μεσολογγίου».

Πάντως σέ ἄρθρο τῆς τοπικῆς ἐφημερίδας «Ἀγγελιοφόρος»[1], διαπιστώνουμε, ὅτι κατά τήν ἑορτή «τοῦ μεγαλομάρτυρος Γερασίμου, οἱ ἐνταύθα ἀποκατεστημένοι Κεφαλλῆνες ὑπό τόν πρόεδρον τοῦ Συλλόγου τῶν κ. Ἔλ. Σπετσιέρην,  ἰατρόν, ἐτέλεσαν μεγαλοπρεπέστατα τήν ἐπέτειον τοῦ πολιούχου τῆς ἰδιαιτέρας τῶν πατρίδος Κεφαλληνίας».

Ἐξετάζοντας τήν μέ ἀριθ. 5843 / 15 Μαΐου 1900 συμβολαιογραφική πράξη καί τό δημοσίευμα τῆς τοπικῆς ἐφημερίδας «Ἀγγελιοφόρος» καταλήγουμε στό συμπέρασμα πώς οἱ ἐργασίες στό ναό τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος πρέπει νά εἶχαν τελειώσει στά τέλη τοῦ ἔτους 1900. Ἄν καί σέ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας «Ὁ Πολίτης»,  Ἀγρίνιον 27 Αὐγούστου 1889 διαβάζουμε: «Διαμένει προσωρινῶς ἐν τή πόλει μας (Μεσολόγγιον) ὁ φημιζόμενος ὡς μουσικοδιδάσκαλος κ. Κλεομένης Ἀθήνης, ὁ ὁποῖος τήν παρελθοῦσαν Κυριακήν ἔψαλε ἐν τῷ ἐνταύθᾳ ἱερῶ ναῶ Ἅγιος Παντελεήμων, καί διά τῆς εὐστρόφου αὐτοῦ φωνῆς λίαν κατέθελξε τούς ἀκροατᾶς, δεχθεῖς μάλιστα παρά τῶν κ. κ. ἐπιτρόπων καί αὐτῶν τά ἐγκάρδια συγχαρητήριά των».

Τελικά ὁ πρῶτος καινούριος ναός δέν εἶχε οὔτε τροῦλο οὔτε καμπαναριά. Ἡ καμπάνα ἦταν κρεμασμένη στό παράθυρο μπροστά καί γιά νά τή χτυπήσεις ἔπρεπε νά περάσεις τό χέρι σου ἀπό τό μικρό στρογγυλό παραθυράκι. Πόσα χέρια ἐκεῖ δέν εἶχαν χτυπήσει!

 

- ΕΡΓΑΣΙΕΣ  ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΥ -

Οἱ ἀνάγκες τοῦ ἀποπερατωθέντος ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐξακολουθοῦσαν νά εἶναι μεγάλες. γιά τοῦτο καί οἱ δωρεές τῶν πιστῶν σ’ αὐτόν συνεχίζονταν. Ἀλλά ὅλες οἱ δωρεές ἦταν τώρα γιά τόν καλλωπισμό του.



[1]Ἐφημ. «Ἀγγελιοφόρος», ἀριθ. φύλλου 163 καί ἡμερομηνία 15 Ὀκτωβρίου 1900

Μία τέτοια ἀξιόλογη δωρεά βρίσκουμε νά ἀνακοινώνεται σέ ἔντυπο στά 1915: «Ὁ Πρωτοσύγκελος καί ἐφημέριος του ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος κ. Ἰερόθεος Ἠλιάδης ἐποιήσατο νέαν δωρεάν πρός τόν ἐν λόγῳ ἱερόν ναόν. Ἡ νέα αὐτή δωρεά ἐκ δραχμῶν 5.000 ὑπηγόρευσεν εἰς τό Ἐκκλησιαστικόν Συμβούλιον τοῦ Ναοῦ τήν διά ψηφίσματος ἔκφρασιν τῶν εὐχαριστιῶν τούτου καί τῶν ἐνοριτῶν πρός τόν δωρητήν κ. Ἰερόθεον Ἠλιάδην[1].  

Μία ἄλλη δωρεά τοῦ 1931 ἀπό Μεσολογγίτισσα κυρία, πού ἔμενε στήν Ἀθῆνα, διακηρύσσεται ὡς «ἀξιομίμητος πρᾶξις» μέ τά ἑξῆς: «Εἰς τόν διαπρεπῆ καλλιτέχνην μας ἁγιογράφον κ. Δημήτριον Ζ. Κασόλαν, ἀρχιδιάκονον, ἡ ἐν Ἀθήναις διαμένουσα συμπολίτις μας κ. Εὐφροσύνη Γκιῶν ἀνέθεσε ἀντί τοῦ ποσοῦ τῶν εἴκοσι πέντε χιλιάδων 25.000 δραχμῶν, τήν κατασκευήν τῆς Πλατυτέρας τοῦ ἐνταύθα Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τό ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευή ἤρχισεν ἤδη θά εἶναι ἕτοιμον περί τᾶς ἀρχάς τοῦ ἐλευσομένου μηνός[2] Καί ὅταν μετά πεντάμηνη ἔντονη ἐργασία, ἡ Πλατυτέρα τελείωσε, τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος εὐχαρίστησε δημόσια τόν ἁγιογράφο, σεβάσμιό μας σήμερα γέροντα, μέ τό ἑπόμενο ὑπό τόν τίτλο «δικαιότατος ἔπαινος» δημοσίευμα: «Ἐπιτακτικόν αἰσθανόμεθα τό καθῆκον καί ἐπιβεβλημένον, ὅπως καί διά τῶν στηλῶν αὐτῶν ἀπευθύνωμεν τά θερμότερα τῶν συγχαρητηρίων μας καί ἐκφράσωμεν τᾶς ἀπείρους καί εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας μας εἰς τούς ἐκλεκτούς φίλους καί διαπρεπεῖς καλλιτέχνας ζωγράφους τῆς πόλεώς μας κ. κ. ἀρχιδιάκονον Δημήτριον Ζ. Κασόλαν καί υἱούς, φιλοτεχνήσαντας ὡραιότατα καί ἐπιμελέστατα ἐν τῷ ἄνωθι τοῦ ἱεροῦ Βήματος τοῦ Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος μύακι τήν τοιχογραφίαν τῆς Πλατυτέρας. Ἡ ἐξαίσια αὔτη τοιχογραφία χάρις εἰς τό λαμπρόν καί ἁγνόν τάλαντον, τόν ζῆλον, τήν πεῖραν καί τήν ἐργατικότητα, τήν ἔμπνευσιν καί τήν φαντασίαν τῶν δημιουργῶν της, ἀποπνέει τό ἄρωμα καί τήν γλυκύτητα τῆς θρησκείας τοῦ Ναζωραίου, τό ἀπέριττον καί τήν ἁγνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης καί τήν μεγαλοπρέπειαν τῶν βυζαντινῶν μνημείων καί παραδόσεων. Πολύ δικαίως τό ἔργον τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπό τῶν εἰδικῶν μνημειῶδες[3]

Στά νεότερα χρόνια κατασκευάστηκαν ὁ τροῦλος τοῦ ναοῦ, τό δεξιό πέτρινο καμπαναριό καί ἀντικαταστάθηκε ἡ ξύλινη στέγη. Ἡ συνεισφορά τῶν κατοίκων δέν ἦταν σέ χρήματα, ἀλλά σέ οἰκοδομικά ὑλικά. Ἔτσι, ἐνῷ στήν ἀρχή ὁ ναός ἦταν ρυθμοῦ βασιλικῆς μέ σταυροειδῆ στέγη, στή συνέχεια ἔγινε ρυθμοῦ βασιλικῆς μετά τρούλου. Κατά πληροφορίες καί τά δυό αὐτά ἔργα ἔγιναν τό 1968, ἐνῷ τό ἀριστερό καμπαναριό, ἐπίσης πέτρινο, κατασκευάστηκε  τό 1995. Ἀκολούθησε ἡ ἁγιογράφηση


[1]Ἐφημ. «Βῆμα», Μεσολόγγιον 30 Αὐγούστου 1915.

[2]Ἐφημ. «Μεσολόγγιον» 12 Νοεμβρίου 1931.

[3]Ἐφημ. «Μεσολόγγιον» 20 Μαρτίου 1932.

ἐσωτερικοῦ του ναοῦ, χωρίς νά πειραχθεῖ «Ἡ Πλατυτέρα» στήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ, ὅταν Πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιμανδρίτης καί Πρωτοσύγκελος τῆς Μητροπόλεως π. Θεόδωρος Εὐαγγελάτος στή δεκαετία τοῦ 1980. Γιά τήν ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ συγκεντρώθηκαν χρήματα ἀπ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα.

 

Πίνακας Ανακοινώσεων

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Ο δικτυακός μας τόπος βρίσκεται σε διαδικασία ενημέρωσης σύντομα κοντά σας

 

Εορτολόγιο